Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Δήμητρα Νεοφύτου, Ερώτων δρόμοι...

Οι μακρινοί προορισμοί θέλουν ψυχή 
θέλουν απόφαση μεγάλη και θυσία 
να μη σε πνίγει της φυγής η ενοχή 
μόνο να χάνεσαι στου ‘θέλω’ την ουσία.... 

γιατί αυτή το ξέρω είναι η ουσία... 



 Ερώτων δρόμοι σκοτεινοί 
και μονοπάτια 
μη ψάχνεις φώτα στη σκηνή 
κλείσε τα μάτια... 
Ερώτων δρόμοι σκοτεινοί 
κορμιά και χάδια 
μα πάντα αυτοί,οι μακρινοί 
μένουν σημάδια... 


Οι μακρινοί προορισμοί είναι κοντά 
είναι στο σώμα σου κρυμμένοι και κοιμούνται 
κι όταν ο Έρωτας αστράφτει και βροντά 
βλέπουν το δρόμο τους ξανά και τον θυμούνται... 



μα δεν τον ξέχασαν ποτέ γι’αυτό θυμούνται...

Jack Kerouac (1922 - 1969)

Aς πιούμε στην υγειά των τρελών,
των απροσάρμοστων, 
των επαναστατών,
των ταραχοποιών.
Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, 
που δεν τιμούν τους κανόνες,

που δεν σέβονται την τάξη…
Μπορεί να τους επαινέσεις,
να διαφωνήσεις,
να τους τσιτάρεις,
να δυσπιστήσεις,
να τους δοξάσεις
ή να τους κακολογήσεις.
Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις.
Γιατί αλλάζουν πράγματα.
Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν.
Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα.
Ίσως, πρέπει να είναι τρελοί.
Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν ένα άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης;
Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί;
Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες.
Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν
ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο,
είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν...

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Σοφία Ισμήνη, «Πηνελόπη δεν θα έρθω. Με αγάπη, Οδυσσέας»

Ξέρω έναν Οδυσσέα που δεν έφτασε ποτέ.
Σκιάχτηκε Συμπληγάδες, σημεία και τέρατα, προτού καν βγει στα ανοιχτά. Στα πρώτα κύματα τράβηξε ανάποδα κουπί και έκανε πίσω ολοταχώς.
Ένας Οδυσσέας δειλός.

Κάποιοι είπαν πως ήταν άνθρωπος, γι'αυτό και αδύναμος, μα εκείνος που έχει την τόλμη να τάζει αγάπη, πρέπει να έχει και τη δύναμη να εκπληρώνει το τάμα του.
Η έστω την τσίπα, να μην παριστάνει με τόσο θράσος το θεό.
Διαφορετικά η Πηνελόπη του, μαζί με την Ιθάκη, χάνει και την πίστη της.

Είναι κι ένας Οδυσσέας που βολεύτηκε στην αγκαλιά κάποιας Καλυψούς. Άραξε τις υποσχέσεις του γυρισμού σε μια ξέρα και έσπευσε να πιει έρωτα σε προσφορά, με το κιλό.
Πότε εδώ, πότε εκεί, φτηνό το κρασί αλλά τη δουλειά του την κάνει, η ματαιοδοξία του ξεφαντώνει και το τίποτά του αποκτά ουσία –για όσο κρατήσει η μέθη και ένα πρόχειρο κρεβάτι.

Είναι και μια Πηνελόπη, που πνίγεται στις αναθυμιάσεις μιας Ιθάκης, που βυθίστηκε στο οινόπνευμα και στο βαρύ πατσουλί.

Γνωρίζω κι έναν Οδυσσέα, μονίμως αργοπορημένο.
Δικαίως φέρει τον τίτλο του πολυμήχανου, αφού σκαρφίζεται με δεξιοτεχνία χίλιες δυο προφάσεις προκειμένου να καθυστερήσει την επιστροφή του.
Ο άνεμος σχεδόν ποτέ δεν είναι ούριος, γι'αυτό και αναβάλλει λέει το ταξίδι. Άλλοτε το πλήρωμα μηχανορραφεί εναντίον του και χάνει για λίγο τον προσανατολισμό του. Είναι κι εκείνες οι Σειρήνες, που βρίσκουν τελικά τον τρόπο να τον παρασύρουν και –άθελά του πάντα, τις ακολουθεί.
Η Πηνελόπη του στην άλλη άκρη της γραμμής, αγκαλιάζει γεμάτη ντροπή την κάθε δικαιολογία του, σε μια Ιθάκη που έχασε την αξιοπρέπειά της.

Υπάρχει και ένας Οδυσσέας που κάποτε έφτασε, αλλά η Πηνελόπη δεν ήταν πια εκεί.
Είτε γιατί εκείνος άργησε πολύ, είτε επειδή εκεινής δεν της ταίριαζε ο ρόλος που της ανέθεσε η ιστορία.
Μπορεί να έφυγε με κάποιον από τους επίδοξους μνηστήρες της, μπορεί να πληγώθηκε θανάσιμα από την προσμονή του αγαπημένου που δεν έλεγε να φανεί ή μπορεί και να μην της άξιζε τελικά το ταξίδι που έκανε για χάρη της –ποιος ξέρει.

Εγώ το μόνο που ξέρω, είναι πως κάπου εκεί έξω ένας Οδυσσέας αγωνίζεται να φτάσει σε ένα μέρος που υπάρχει μονάχα στη φαντασία του.
Και κάπου παραπέρα, σε ένα ξεχασμένο προορισμό, είναι μια Πηνελόπη που περιμένει.
Κι οι δυο στις Ιθάκες που σβήστηκαν από το χάρτη.

Αριστοτέλης, Αρχαίος Έλληνας Φιλόσοφος (384 - 322 π.Χ.)





Όλες οι ανθρώπινες πράξεις έχουν ως αίτιο ένα από τα εξής επτά:
 τύχη, φύση, παρόρμηση, συνήθεια, λογική, πάθος, πόθο.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

"Έρωτες στο ΦΒ" της Βενετίας Μακρυνώρη

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 

- Μόνη. Σκέτο.
Ενδιαφέρεται για : Ανθρώπους. Άδικα.
Προσωπική κατάσταση : Δεν ξέρει αλλά ψάχνει, ψάχνει...

- Οι γυναίκες αυτές, οι μόνες σου λέω, οι κατάμονες, ξέρουν να χαμογελούν,
ξυπνούν κάθε πρωί, στέκονται μπροστά στον καθρέφτη τους, πιάνουν τον εαυτό
τους να παίρνει μιά βαθιά ανάσα και έπειτα βουτάνε τα δάχτυλά τους στο μελάνι,
τρέμει έπειτα το χέρι τους, μα έστω και έτσι, τρεμάμενα ζωγραφίζουν στη θέση που πριν ήταν κλειστό και σφιγγμένο απο χίλιες κουβέντες που δε ξεστόμισαν ποτέ, ένα χαμόγελο.
Σας είπα πρίν, ξέρουν να χαμογελούν.
Έπειτα πληκτρολογούν την ημέρα τους και τη ζωή τους, τα όνειρα που ξέχασαν για λίγο την προηγούμενη νύχτα και μιά βουβή ελπίδα, στο ιμέιλ τους...

Εισέλθετε.
Καλημέρα.

Έρωτας, πίστη, ματιές, τραγούδια.
Νέα απο τον γύρω κόσμο, τον αταξίδευτό της.
Το ΦΒ γίνεται ένας κόσμος γεμάτος χρώματα, γεύσεις και χρώματα.
Και πρόσωπα, τόσα πρόσωπα θεέ μου που ακόμη και αν ξεχυνόταν ώρες, μέρες, χρόνια στους δρόμους, δε θα συναντούσε.
Και τι θαύμα, της μιλούν.
Αυτηνής που χτες τη νύχτα, ξάπλωσε στον μονό της καναπέ, στην μονόκλινή της μοναξιά, μιας που το διπλό κρεβάτι της, εδώ και καιρό, της φωνάζει πως άπλωσε, μεγάλωσε και την διώχνει, μάλλον γιατί της θυμίζει, τα μεγάλα κρεβάτια, ζητούν δυό σώματα ενωμένα κι όχι ένα, κουλουριασμένο.
Και δεν τους προδίδει, δεν τους λέει όχι, σβήνει έναν έναν τους τρόμους των χθεσινών πληγών της και απαντάει.

Καλημέρα.

Και γίνεται η μέρα φωτεινή και γελάνε οι ώρες και η άδεια ζωή, χαμηλώνει και δε φαίνεται.
Και η φωτογραφία της, που ενώ ένιωθε τόση κούραση, τόση θλίψη και που ξέρει πως όλο αυτό ουρλιάζει απο χιλιόμετρα μαζί με τον πόνο της, αρέσει σε όλους!
Τι όμορφη λένε. Όμορφη...
Κι ας βλέπουν πως γερνάει, πως τα μάτια της χάνουν σιγά σιγά την λάμψη τους, πως το σώμα της καμπουριάζει απο τον καιρό που μόνο έσκυβε. Στους γονείς της, στις κακές φιλίες, στον σύζυγο, στα παιδιά που μεγάλωσαν κι έφυγαν, στη μοναξιά της...

Έσκυβε. Μα της είπαν πως είναι όμορφη.
124 λάικ. 125.126.Πως μεγαλώνει τώρα η περηφάνεια, πώς λίγα νούμερα σε μια οθόνη μπορούν να σου πουν πως μια γωνιά στη γη, σου ανήκει. Κι ένας ίσκιος.
Μα είπαμε καλημέρα.
Αγάπες, φιλίες, άνθρωποι σε ένα κουβάρι που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια της και της απλώνει μια αγκαλιά, τόσο τεράστια που η γυναίκα, θαρρεί πως της την χάρισε ο θεός.
Αναρτά τραγούδια, στροβιλίζεται μονάχη της στο γυμνό πάτωμα της κουζίνας, λα λα λα λα... Ευτυχία σε μελωδία, μα τι τύχη να αρέσει, να αρέσει.
Στροβιλίζεται και ακούει τις νότες να ρίχνουν τους στενούς τοίχους του σπιτιού της.
Δεν είναι μόνη τώρα, δεν είναι μόνη!
Χτυπάει η καρδιά ξαφνικά αλλιώς.
Και ποθεί μαζί της να βρει ρόλους.
Ξεκινάει με στίχους, σκαρφαλώνει μέσα της ένα ποτάμι από λέξεις που μέχρι τότε δε γνώριζε πως υπήρχαν. Και γράφει, γράφει για αυτά που θέλησε.
Στοιβάζει στις τσέπες της βιβλία με λίγα ψιλά για τσιγάρα, φτάνει, φτάνει αυτό για να 'μαι καλά. Σελίδα λευκή ήμουν, κάτω από τα σεντόνια.
Λα λα λα λα...Γράφει, σωρός οι φλέβες χτυπούν, χτυπούν ξανά και ξανά, γίνεται διάφανη...
Έπειτα ανακατεύει το φαγητό της με λίγες σταγόνες από ελπίδα πίνει μαζί με τον καφέ της, φιλιά και κλεμμένες αγκαλιές, έπειτα κλείνει τις κουρτίνες και ψιθυρίζει, μισόλογα σε εκείνον που νιώθει ως τη σάρκα και τα κόκαλα πως της μοιάζει...

Ψιθυρίζει.

Πίσω από τις κλεισμένες κουρτίνες, αναθαρρεύουν σκέψεις για το πόσο μπορεί να αλλάξουν όλα, να αλλάξουν όλα και εκείνη που με λίγα πλήκτρα παλεύει να αποτυπώσει όλα όσα φοβήθηκε, τώρα γίνεται τεράστια, μπορεί και χαμογελάει χωρίς μελάνι, μιλάει και της αποκρίνονται.

Και στο απέναντι τζάμι - πατώντας πλήκτρα ξανά και ξανά, περιμένει αυτός.

Αύριο, ίσως αύριο να ανοίξει την πόρτα της, να βγει με λυτά τα μαλλιά και χωρίς να ζωγραφίσει χαμόγελο, να τον δει να στέκεται απέξω για αυτήν.

Βράδιασε.

Ένα κουμπί και η μοναξιά τρυπώνει πάλι από το παράθυρό της.

Καληνύχτα, δεν πρόλαβα να πω καληνύχτα.

Αποσυνδεθήκατε.

Κώστας Ταχτσής, ΑΠΟΨΕ


«Απόψε δεν υπάρχουν
νεώτερα απ’ το μέτωπό μου
κανείς δεν έθεσ’ επ’ αυτού τα χείλη του...»




Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Ernesto Cardenal - Αγάπη. Η χαραμάδα της αιωνιότητας (απόσπασμα)


…H σφραγίδα του Θεού υπάρχει πάνω σ’ ολόκληρη τη 

φύση.

Όλα τα πλάσματα είναι ερωτικά γράμματα του Θεού προς 

εμάς. 

Είναι ξέσπασμα αγάπης. 


Όλη η φύση είναι ένα ξέσπασμα αγάπης, για να αναφλέγει 

τη φωτιά της αγάπης μέσα μας.

Δεν έχουν άλλο λόγο ύπαρξης όλα τα πράγματα, δεν έχουν 

άλλο νόημα. 

Δεν έχουν να μας δώσουν άλλη ευχαρίστηση, άλλη 

ικανοποίηση από αυτή, από το να αναδεύουν μέσα μας την 

αγάπη του Θεού…

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

στ. σταύρου - Γράμματα στην αγαπημένη

Στεκόσουν στο παράθυρο γυμνή,
μια εικόνα τόσο μυστική που μ' έκανε να λιώνω πάλι από επιθυμία,
ύστερα πήρε να ξημερώνει,
ο ήλιος έπεφτε κιόλας πάνω στο σώμα σου
όπως το βλέμμα σου στη ζωή μου
κι είπα πως αυτό είναι η ποίηση Θεέ μου,
να ντύνεσαι μπροστά στα μάτια μου
το φως...

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Νίκος Καζαντζάκης, απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου "Αναφορά στον Γκρέκο"


Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του

μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα 

η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει 

από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, 

μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα 

σβήσει.

Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιον ν' αποχαιρετήσω; τι ν' 

αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη 

κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το 

δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί 

μου στο χώμα.

.....

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!...

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

στ. σταύρου - γράμματα στην αγαπημένη

Οι δρόμοι της καρδιάς δεν έχουν διευθύνσεις.
                                                  Ούτε ονόματα.
                                     Αν χαθείς .... χάθηκες.

                                                   

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ηδονισμός ~ Κωστής Παλαμάς


Ἀπὸ τραγούδια ἕν᾿ ἄυλο κομπολόι

Σ᾿ ἐσὲ δὲν ἦρθα σήμερα νὰ δώσω.

Μὲ τὰ τραγούδια ἐγὼ θὰ σὲ λιγώσω

Καὶ μὲ τὰ ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.

Γυμνοί. Καὶ σὰν κισσὸς θὰ σκαρφαλώσω

Νὰ φάω τὸ κορμί σου ποὺ μὲ τρώει.

Τοῦ λαγκαδιοῦ σου τὴν δροσάτη χλόη

Μὲ τὸ χέρι θρασὰ θὰ τὴν πυρώσω.

Τὸ κρασὶ ποὺ ξανάφτει καὶ τὸ γάλα

Ποὺ κοιμίζει θὰ φέρω στάλα στάλα,

Μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμὶ νὰ σὲ ποτίσω

Καὶ στὰ πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,

Δυὸ βάζα ποὺ μοῦ παίρνουνε τὰ φρένα,

Στερνὴ μανία τὸ μέλι μου θὰ χύσω.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Gioconda Belli - Εγώ που σ’ αγαπώ

Εγώ είμαι η αδάμαστη γαζέλα σου,
ο κεραυνός που σχίζει το φως στο στήθος σου
Εγώ είμαι ο άνεμος ο ανήμερος στο βουνό
και η κάψα η πυκνωμένη της φωτιάς του πεύκου.
Εγώ τις νύχτες σου θερμαίνω,
ανάβοντας ηφαίστεια στα δυο μου χέρια,
μουσκεύοντας τα μάτια σου με τον καπνό των κρατήρων μου.
Εγώ ήρθα σε σένα ντυμένη την βροχή και την μνήμη,
γελώντας το γέλιο το αναλοίωτο των χρόνων.
Εγώ ο δρόμος ο ανεξερεύνητος,
το φως που διαλύει τα σκοτάδια.


Εγώ αστέρια αποθέτω ανάμεσα στη σάρκα τη δική σου και δική μου
και σε διατρέχω ολόκληρο,
δρομάκι το δρομάκι,
με την αγάπη μου ανυπόδητη,
και το φόβο μου ανένδυτο.
Εγώ είμαι ένα όνομα που τραγουδά και το ερωτεύεσαι
από την άλλη την πλευρά του φεγγαριού,
είμαι η προέκταση του χαμόγελου και του κορμιού σου όλου.
Εγώ είμαι κάτι που αυξάνει,
κάτι που γελάει και κλαίει.
Εγώ,
που σ’ αγαπώ.

Καβάφης Κωνσταντίνος (Από τα «Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923», Ίκαρος 1993)


“ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ” Νίκος Εγγονόπουλος “ΕΛΕΥΣΙΣ” (1948)

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση


το βαλάντιον ή την ζωή;
τη ζωή

 
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν


την Γαλάτεια ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
 

την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
 

τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
την Ηρώ
 

την σάρκα ή τα οστά;
την σάρκα
 

τη γυναίκα ή τον άνδρα;
τη γυναίκα
 

το σχέδιον ή το χρώμα;
το χρώμα
 

την αγάπη ή την αδιαφορία;
την αγάπη
 

το μίσος ή την αδιαφορία;
το μίσος
 

τον πόλεμο ή την ειρήνη;
τον πόλεμο

νυν ή αεί;
αεί
 

αυτόν ή άλλον;
αυτόν
 

εσένα ή άλλον;
εσένα
 

το άλφα ή το ωμέγα;
το άλφα
 

την εκκίνηση ή την άφιξη;
την εκκίνηση
 

την χαράν ή την λύπην;
την χαρά
 

την λύπην ή την ανίαν;
την λύπη
 

τον άνθρωπο ή τον πόθο;
τον πόθο
 

τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς;
ν’ αγαπώ

Τα πράγματα που ζουν απ΄τον χαμό - Μάρω Βαμβουνάκη

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Ενα ποίημα για την αγάπη και τον έρωτα από τον Λιβανέζο ποιητή Ilyas Abu Shaaka, (1903-1947)


Bρέχει ασταμάτητα, πόσο κουραστικό είναι!
Nαι, όμως άκου την βροχή, κάτι έχει να σου πει...



Σ” αγαπώ

Σ” αγαπώ περισσότερο απ΄όσο μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αγαπήσει,
περισσότερο απ΄όσο ένας ποιητής ονειρεύεται ή ένας ερωτευμένος αισθάνεται.


Είσαι το σύννεφο με το υπέροχο άρωμα που στάλθηκε απ΄τον παράδεισο,
για να ρίξει πάνω μου τη βροχή του, την ευλογημένη δροσιά.


Αισθάνομαι την καρδιά σου, τις φλέβες σου να κυλούν μέσα στις δικές μου,
χωρίς καμιά χαραμάδα ανάμεσα μας για να χωθεί ο ακάθαρτος κόσμος.


Η καρδιά μου στέκει απέναντι στη δική σου, αντικρίζει τη δίδυμη εικόνα της,
σαν δυο χέρια που πλέκονται σε αέρινο όρκο.


Μέσα μας κόκκινο κρασί ενώνεται με κόκκινο κρασί,
φτιάχνουν μείγμα μεθυστικό από άρωμα, αύρα και δροσιά του πρωινού.


Η έμπνευση μου κατοικεί μέσα στα μάτια σου,
τα χείλη σου ενώνονται με τα δικά μου και οδηγούν την ποίηση μου.


Σε σένα και σε μένα η φωτιά φουντώνει, χωρίς κανείς να ρίχνει ξύλα.


Μολονότι είμαστε ήρεμοι, η καταιγίδα ξεσπά μέσα μας.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Γιάννης Ρίτσος - Προσφορά

δέλφι
ἐδῶ βαθειά μου ἀνθίζει
ἕνας κῆπος γιὰ σένα.


Καθὼς ἔπεφτε ἡ βροχὴ
καὶ δὲν ἦταν ἕνα πράσινο φύλλο
γιὰ νὰ μὲ μάθει πῶς χαμογελοῦνε
ἐσὺ χτύπησες τὸ τζάμι μου
καὶ μοὔβαλες κρυφὰ καὶ σιωπηλὰ
στὴν ἔρημη παλάμη
τοὺς σπόρους τῆς ἀγάπης.


Εἶναι δικός σου ὁ κῆπος μου.

Πόσο κρύωνα τότε!

Σὰ χελιδόνι
μουσκεμένο ἀπ᾿ τὴ βροχή,
ποὺ δὲν πρόφτασε νὰ φύγει
κρυμμένο κάτω ἀπ᾿ τὴ γαλάζια ὀμπρέλλα
τῆς Ἄνοιξης,
δίπλωνα τὰ φτερά μου
καὶ σώπαινα.


, μήτε τὸ τραγούδι
δὲ μποροῦσε νὰ ντύσει
τὴ γύμνια μου.


ναψες τὴ λάμπα
μὲ τὸ τριανταφυλλὶ ἀμπαζοὺρ
καὶ μὲ τάϊσες τρυφερὰ
μέσα στὴ φούχτα σου.


Τὸ φῶς ἐμύριζε λουλούδια
καὶ νοτισμένη χλόη ἀγροῦ.


Τὰ φοβισμένα μάτια μου
πίναν τὸν οὐρανὸ
μέσα στὰ μάτια σου.


Μ᾿ ἔμαθες νὰ χαμογελῶ.

Μὲ τὸ χαμόγελό μας
φέραμε πάλι τὴν Ἄνοιξη
κι᾿ ἀπ᾿ τὰ χρυσὰ μαλλιά της
πλέκουμε δαχτυλίδια
γιὰ τὰ λεπτά μας δάχτυλα.


θῶοι, ἀθῶοι σὰν παιδιὰ
παίζουμε μὲ τὰ κρόσια τοῦ φωτός.


δεύουμε
κάτω ἀπ᾿ τὸ λυκαυγὲς
τῶν ματιῶν μας
κρατώντας φιλικὰ
ὁ ἕνας τοῦ ἀλλου τὴν παλάμη.


νάμεσα
στὰ σφιγμένα μας χέρια
ἀκοῦμε νὰ κελαϊδάει
ζεστὸ πουλάκι
ὁ παλμὸς ὅλου τοῦ κόσμου.


Οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς
ποὺ μούσκεψαν τὰ μαλλιὰ
καὶ τοὺς ὤμους μου
ἀνάβουν μὲς τὴ ζέστα τῆς ἀγάπης
καθὼς ἀνάβουν ἕνα-ἕνα τ᾿ ἄστρα
στὸ βραδυνὸ οὐρανὸ τοῦ θέρους.


κούω τὴν ἀκτινοβολία
τῆς φωνῆς μου
μέσα στὸ βλέμμα σου.

Γι᾿ αὐτὸ τραγουδῶ.

 ὀμορφιά μου ποὺ ἔδυε
ἄγονη, ἐρημική, φυλακισμένη
στὸ ῥόδινο ἴσκιο τοῦ Ναρκίσσου,
κυττάχθηκε μὲς τὴν καρδιά σου
κ᾿ ἔλαμψε φῶς, τραγούδι κ᾿ αἷμα.


Ντυμένος τὴν ἀγάπη σου
ἀγάπησα τὴν πλάση.


Τὶς νύχτες
πάνω στὸ σοβαρό σου μέτωπο
κυττάζω νὰ περνοῦνε
τ᾿ ἀστέρια, οἱ πολιτεῖες, οἱ ἄνθρωποι
κ᾿ οἱ θεοί.


Κουρντίζω τότε μαγεμένος
τὴν κουρασμένη μου ἅρπα
καὶ τραγουδῶ γιὰ σένα
καὶ γιὰ τὰ πλήθη ποὺ περνοῦνε
στὸ σοβαρό σου μέτωπο.


Τὰ ματωμένα δάχτυλά μου ἀνθίζουν
στὶς χόρδες τῆς ἀκοῆς σου
σὰ φωτεινὰ κυανὰ λουλούδια
στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου.


Μαζὺ ἀκκουμπᾶμε
στὸ μικρὸ ξύλινο τραπέζι
μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ βιβλία.

Εκτός Σχεδίου (απόσπασμα) Κ. Δημουλά



Είναι Πέμπτη. Αυτό δεν προσθέτει τίποτα.
 

Είναι απόγευμα. Αυτό αφαιρεί.
 

Είναι καιρός βροχερός. Αυτό περιπλέκει.
 

Είσαι μόνος σου, κι αυτό προσθέτει, αφαιρεί, περιπλέκει.





Μια ιστορία αγάπης







Μια φορά κι έναν καιρό...
τα παλιά χρόνια στην Κρήτη ξένοι κατακτητές
έκλεβαν τις κοπέλες και τις έκαναν σκλάβες.
Ένα πρωινό βλέποντας τα καράβια να πλησιάζουν
οι δικοί τους έτρεξαν να τις κρύψουν...
... Ένας γεροντάκος είδε την γυναίκα του
να στέκεται μπροστά στο παράθυρο....
- Γρήγορα!! Φύγε από κει... της είπε!
Τρέξε να κρυφτείς μην σε δουν και σε πάρουν!
- Μα... και να με δουν....
έτσι γριά και ζαρωμένη που είμαι
το πολύ πολύ να με πετάξουν στην άκρη του δρόμου... του απάντησε αυτή...
Τότε ο γεροντάκος την αγκάλιασε τρυφερά και της είπε...
- Ναι ... αλλά αν σε δουν με τα δικά μου μάτια?..........

Πασχαλία Τραυλού

« .... αυτό είναι ο Έρωτας. Η ανάγκη να εμπιστευθείς την ψυχή σου σε κάποιον.» 




Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Τάσος Λειβαδίτης, «Μικρή Πραγματεία»



Ποτέ δεν θα μάθεις τι ήσουν για μένα κι ας ήσουν ένας ήλιος στο δρόμο μου.
Ποτέ δεν θα μάθεις πως ήσουν το τραγούδι μου
κι ας τραγουδούσα μόνο για σένα.
Ποτέ δεν θα μάθεις ότι πίσω από τα δάκρυά μου κρυβόταν η ελπίδα
κι ότι εσύ ήσουν το δάκρυ μου, μια άφθαστη ελπίδα,
η ηλιαχτίδα στην καταιγίδα της ζωής μου.
Δεν θα το μάθεις.
Μπορεί να ήσουν ό,τι πιο όμορφο αγάπησα,
μα θα κρύψω τα λόγια μου πίσω απ' τα χείλη και δε θα το μάθεις.
Κι αν οι λέξεις, χωρίς να το θέλω ξεφύγουν,
θα τις ψιθυρίσω τόσο σιγά που δεν θα τις ακούσεις.
Θα ξέρεις πως για μένα ήσουν μια απλή γνωριμία κι ας ήσουν για μένα η ζωή μου.
Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι' αυτή τη σκιά
που μας ακολουθεί μες στην ομίχλη - αλλά μου είναι απαγορευμένο
να πω το τέλος μιας ιστορίας που δεν άρχισε ποτέ...

Γιάννης Τόλιας, ο Θρήνος των επιθυμιών

" Ποιός θρήνος
είναι πιο σπαρακτικός
από αυτόν της επιθυμίας;

Ω! θεέ Χρόνε
στέγνωσε τα δάκρυα των επιθυμιών
για να μην πλημμυρίσει το σύμπαν οδύνη."

Pablo Neruda ~ Η νύχτα στο νησί


Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί
Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον
ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
Ίσως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν καρδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που
αγγίζονται.
Ίσως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στην σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε
όπως πρώτα
όταν δεν υπήρχες ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα
- ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό-
σου δίνω με γεμάτα χέρια,
γιατί εσύ είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής
μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα, ενώ
η σκοτεινή γη γυρίζει
με ζωντανούς και νεκρούς,
και σαν ξύπνησα ξάφνου
καταμεσής στη σκιά
το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση
σου.
Ούτε η  νύχτα, ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να  μας χωρίσουν.
Κοιμήθηκα μαζί σου
Και ξύπνησα με το στόμα σου
βγαλμένο από τον ύπνο
να μου δίνει τη γεύση από τη γη,
από τη θάλασσα, από τα φύκια,
από το βάθος της ζωής σου.
Και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να έφθανε
από τη θάλασσα που μας
περιβάλλει.


Pablo Neruda