Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Αγαθή Γιολτζίδου, «Μου λείπεις»


Δεν χωράνε δέκα -απλά- γράμματα στους ουρανούς σου;

Μου λείπεις, το ξέρεις;
Μου λείπεις τραγικά ώρες - ώρες.
Μου λείπει οτιδήποτε σε συνθέτει.
Δεν θυμάμαι αν στο είπα.
Στο ξαναλέω για να σιγουρευτώ ότι το άκουσες.
«Μου λείπεις».
Το ξαναλέω για να φύγει από μέσα μου.
Ευχόμενη ότι θα συναντήσει ανοιχτούς τους ουρανούς.
Τι στο καλό;
Δεν χωράνε δέκα -απλά- γράμματα στους ουρανούς σου;
Εγώ;
Εγώ σου λείπω άραγε;
Όχι, μην απαντήσεις.
Δεν έχει νόημα.
Κακώς ρώτησα.
Φοβάμαι τόσο την απάντησή σου.
Τον τονισμό της απάντησής σου, το ύφος της, τον μορφασμό που θα σχηματιστεί αυθόρμητα στο πρόσωπό σου...
Τα φοβάμαι όλα.
Μιλάω μόνη όποτε μου λείπεις και δεν είσαι εδώ.
Για να συμπληρώνω τις απουσίες σου, γεμίζοντάς τες με μικρά ίχνη παρουσίας...

Ξανά;;;;
Μιλώ μόνη, όποτε μου λείπεις και δεν είσαι εδώ.










Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Χορικό»


Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει.

Υπάρχουνε βάθη που δεν τ’ ανιχνεύει ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.

Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε.

Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες

Να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται

Του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωναν όλα                    

                  τα δέντρα του κόσμου.






Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική (απόσπασμα)


∆ε δέχουµαι τα σύνορα, δε µε χωρούν τα φαινόµενα, πνίγουµαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιµατερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.

Ο νους βολεύεται, έχει υποµονή, του αρέσει να παίζει µα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιµάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω µε ποιους νόµους αρµολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισµοί που ανεβαίνουν από την πυρωµένην έρηµο του νου, τι αξίαν έχει;

Ένα µονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόµενα, τι είναι το µυστήριο που µε γεννάει και µε σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσµου κρύβεται µια αόρατη ασάλευτη παρουσία.

Αν ο νους δεν µπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισµένην έξοδο, να ΄ταν να µπορούσε η καρδιά µου!

Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο µαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που µάχεται δηµιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες µάσκες να τυπωθεί στο ρεούµενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουµαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήµατα του Αόρατου µέσα στη λάσπη. Μια προσταγή µέσα µου:

Σκάψε! Τι βλέπεις;

Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

Σκάψε ακόµα! Τι βλέπεις;

 Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσµατα.

Σκάψε ακόµα! Τι βλέπεις;

∆ε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα ΄ναι ο θάνατος.

Σκάψε ακόµα!

Αχ! ∆εν µπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό µεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάµατα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!


Μην κλαις! Μην κλαις! ∆εν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάµατα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!




Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Κώστας Καρυωτάκης, Δον Κιχώτες (1920 - από τη συλλογή Νηπενθή)



Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει "δε σ' τό' λεγα;" μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: "Σάντσο, τ' άλογό μου!"

Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μιαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν' απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω νά' ρθουνε-παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο-
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!








Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Eλένη Μαυρογονάτου, Την ποίηση των στιγμών πάνω στο κορμί σου την έμαθα.

Τη γεωγραφία την έμαθα
πάνω στο κορμί σου.
Kάθε σου φλέβα ποταμός
κι όταν το στήθος σου

ριγεί,
κρατήρας ηφαιστείου
που δονείται, μοιάζει.
Το βλέμμα σου ωκεανός
και ουρανός μαζί.
Στίγματα-νησιά
διάσπαρτα στο σώμα σου.
Κι εκείνη η μικρή
σπηλιά ανάμεσα
στα δυο μικρά βουνά,
μύρο αναβλύζει.
Ανάσα κι έμπνευση
λέξεις και ψίθυρος,
στάζουν αργά
μέσα στην αρτηρία
στίχους.
Την ποίηση των στιγμών
πάνω στο κορμί σου
την έμαθα.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης, «Ἀστεροσκοπεῖο»


Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς

Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς

Νὰ πεθάνουν


Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ



Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

«Να μάθεις να φεύγεις», ΧΡΙΣΤΙΝΑ Π. 15.09.2014


Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
 Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.
Να φεύγεις  -αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, 
μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για τον δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
(Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας -αποδέξου το).

 Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, 
όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας.
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι
-από κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε.
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες
Δεν έχεις τόσο περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δεν σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, τον χρόνο σου και την καρδιά σου.

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να μη συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, 
οι τρίτες για τους γελοίους.
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, 
να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία, κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό 
κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, 
όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Και.
Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι' αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ' αυτά.




[Πηγή: εδώ]



Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Ν. Λυγερός, «ΚΑΘΕΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ»



Δεν ξέρεις πότε αρχίζει ο έρωτας.
Με ποια κίνηση, με ποια σιωπή.

Ένα αναμμένο κερί, ένα κομμάτι μουσικής.
Δεν ξέρεις πότε γίνεται.
Ξέρεις όμως πότε έγινε.

Θαρρείς πως ο έρωτας δεν είναι του παρόντος.
Ανήκει μόνο στο παρελθόν και στο μέλλον.
Είναι και αυτός κομμάτι της ανθρωπότητας.

Κομμάτι που πληγώνει η κοινωνία
αλλά που δεν το αγγίζει.

Έτσι και το κομμάτι χορού
έγινε κάθετος έρωτας.

Έτσι νιώθεις πως η στιγμή
είναι κομμάτι αθανασίας.

Δεν υπάρχουν πια κορμιά.
Μόνο σώμα.
Ταλάντωση.
Συντονισμός.

Το πάθος γίνεται πόθος.
Δεν υπάρχουν πια χάδια.
Δεν υπάρχουν πια επιφάνειες.
Μόνο αγάπη.
Μόνο βάθος.

Δεν λατρεύεις.
Ζεις.
Διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος είναι ένας.
Δίχως αρχή, δίχως τέλος.
Μετέωρος.

Έτσι είναι ο κάθετος έρωτας.

Μια σπάνια συνάντηση
του βάθους με το μετέωρο.










Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Γιορτή (" Ηδονή και εξουσία" Μεταίχμιο, 2009 )




Από ερωτικό οίστρο με το γόνατό σου

με πιέζεις στο πόδι κάτω από το τραπέζι,

καθισμένοι ανάμεσα σε πλήθος καλεσμένων

και σε όλη τη διάρκεια της γιορτής.

Με πιέζει και με πονάει το γόνατό σου.

Οι χωρισμοί και οι επανασυνδέσεις μας κατά καιρούς,

οι θύελλες και παλίρροιες των συναισθημάτων,

η ασίγαστη ανάγκη μου να σε αποκτήσω ξανά

συνωστίζονταν, έμπαιναν στον ηδονικό πόνο

που μου έδινε το γόνατό σου.


Πηγή :  εδώ