Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Ουαρσάν Σάιρ, Πατρίδα



Nizar Ali Badr
«Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα

μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού

δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

Πρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες

εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει

σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

Κανένας δε σέρνεται
Nizar Ali Badr
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα

απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια

από τα κόκαλα

από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
Nizar Ali Badr


πατρίδα είναι η κάννη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει

αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού

θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ»

Nizar Ali Badr










** Η Ουαρσάν Σάιρ γεννήθηκε στην Κένυα και μεγάλωσε στην Αγγλία. Η πρώτη πλήρης ποιητική συλλογή της αναμένεται να κυκλοφορήσει το 2016, ωστόσο έχει ήδη τιμηθεί με διάφορα βραβεία, μεταξύ αυτών το Βραβείο Αφρικανικής Ποίησης από το Πανεπιστήμιο Brunel (2013).                                                







Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Ιωάννα Γκανέτσα, Εγώ θα έκανα τον έρωτα ν'αξίζει μάτια μου



 Υπήρξες λίγος για τον έρωτα. Η ιστορία τελειώνει ακριβώς  όπως άρχισε.

 Από το τίποτε και για τίποτε. Χωρίς πληγές, χωρίς πόνο. Καμιά  πίκρα.
 Μόνο μικρά τσιμπήματα απογοήτευσης για το χώρο και το  χρόνο που σου έδωσα.

 Δεν έχω αρώματα να θυμηθώ, φιλιά να λαχταρήσω,  αγγίγματα να ποθήσω.
 Μόνο οι κούφιες υποσχέσεις ενός άυλου έρωτα έμειναν.

 Ενός έρωτα που δε θα κλάψει κανείς, δε θα ψάξει κανείς.

 Δεν υπήρξαμε ποτέ, δεν ζήσαμε ποτέ. Δεν παραδοθήκαμε στις  φλόγες.
 Μια σπίθα ήμασταν ανάμεσα στις τόσες.
 Άλλοι θ’ ανάψουν τη φωτιά. Άλλοι θα σηκώσουν τα πανιά.
 Άλλοι θα σαλπάρουν για θάλασσες βουτηγμένες στο κόκκινο  του πάθους.

 Εμείς θα συνεχίσουμε τις ζωές μας σαν να μη συνέβη ποτέ  τίποτα.
 Δε συνέβη τίποτα. Δεν κατοχυρώθηκε τίποτα.
 Ούτε μια μικρή στιγμή στην αιωνιότητα δεν ήταν δική μας...

 Σταμάτησε να πληκτρολογεί το μήνυμα για να δει ποιος την καλούσε στο κινητό της.
 Το νούμερο του τηλεφώνου του ήταν αδιάψευστη απόδειξη πως εκείνος διεκδικούσε ξανά  χώρο 
στη σκέψη της  με τον μόνο τρόπο που γνώριζε. 
 Τη μέθοδο που είχε γίνει δεύτερη φύση του. Δήλωνε μια ακόμη παρουσία απουσίας.

 Δεν ήταν ικανός για κάτι παραπάνω πέρα από αυτό που απλόχερα πρόσφερε,
 την αίσθηση του Όλα μέσα σ’ ένα Τίποτα. 
 Προσπαθούσε να κάνει το τίποτα κάτι, την κενότητα των λέξεων πράξη, 
 την απουσία πράξης ένδειξη γοητείας.

 Δεν είχε δώσει ποτέ του βάση σε όσα εκείνη του είχε τονίσει κατά καιρούς.
 Δεν την ενδιέφερε το παιχνίδι μόνο στη θεωρία του. 
 Δεν έβρισκε ικανοποιητική την επανάληψη μιας ψευδαίσθησης χωρίς να γίνεται πραγματική αίσθηση. 
 Δεν την γοήτευε η ιδέα ενός έρωτα χωρίς το ρίσκο της εμπλοκής.

 Εκείνου του άρεσε να υπεραναλύει τον ερωτισμό, να φαντάζεται τον πόθο, 
 να κυνηγά την ηδονή της σκέψης χωρίς όμως να αναζητά την ταραχή της επαφής. 
 Μπορούσε να περιγράφει κάθε εκατοστό μιας οποιασδήποτε ερωτικής διαδρομής 
 αλλά δεν έβρισκε το θάρρος να την περπατήσει. 
 Για την ακρίβεια δεν είχε κάνει ποτέ του ούτε ένα βήμα.

 Για πρώτη φορά σχεδόν τον λυπόταν. Δεν ήταν παρά ένας λιποτάκτης.

 Ο έρωτας τον καλούσε κι εκείνος έβρισκε ένα σωρό δικαιολογίες για να τον αποφύγει. 
 Τον καλόπιανε μέχρι το σημείο εκείνο που ο έρωτας χόρταινε με όσα έδινε από απόσταση ασφαλείας.
 Όταν όμως ο έρωτας απαιτούσε όσο συναίσθημα δικαιούνταν να πάρει, 
 εκείνος έκανε ό,τι μπορούσε για να τον απομακρύνει. 
 Άλλοτε έτρεχε μακριά και άλλοτε ανάγκαζε τον έρωτα να υπαναχωρήσει.
 Κοίταξε ξανά την οθόνη του υπολογιστή. Ο κέρσορας συνέχισε να αναβοσβήνει. 
 Ζητούσε από εκείνη να τελειώσει το κεφάλαιο και να βάλει την ιστορία στο αρχείο.

 ….Δε θα μου λείψεις εσύ, είναι βέβαιο. Η ιδέα σου θα μου λείψει. 
 Αυτό που νόμιζα πως ήσουν θα στοιχειώνει τις νύχτες μου.

 Εγώ πόθησα την αλήθεια στο ψέμα σου. Θέλησα να κάνω το ψέμα σου αλήθεια.
 Να σου δείξω τον δικό μου έρωτα γύρευα. Να κάνω την καρδιά σου κτήμα μου.

 Όμως εσύ δεν ήθελες κτήμα να φροντίζεις, ήθελες καμένη γη να λεηλατήσεις.
 Τι να την κάνεις την γη αν δεν δίνει ζωή, τι να το κάνεις το φιλί αν δεν δίνει πνοή.

 Δεν είναι ο έρωτας που σε φοβίζει.
 Είναι η σκέψη πως όσα του ‘ταξες δεν μπορείς να του τα δώσεις.

 Δεν τον νοιάζει όμως τον έρωτα το που και το πώς.
 Μόνο οι στιγμές τον νοιάζουν. Να χάνει το μέτρημα.
 Τον έρωτα που είχα να σου δώσω δεν το άξιζες.
 Όμως εγώ θα έκανα τον έρωτα ν’ αξίζει, μάτια μου.

 Ας είναι.

 Έστειλε το μήνυμα. Έκλεισε τον υπολογιστή. 
 Άφησε το κινητό στο τραπέζι και βγήκε από το σπίτι σχεδόν τρέχοντας.

 Όχι, δεν βιαζόταν να συναντήσει τον έρωτα.
 Ήθελε να προλάβει το ραντεβού της με την πραγματική ζωή.
 Μια ζωή γεμάτη αληθινό έρωτα.




Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Κώστας Βασιλάκος, Το μέτρημα ( από την ποιητική συλλογή " Αυτογνωσία " )


Εγώ σου έλεγα,
ότι στις δύσκολες στιγμές 
αυτοί που προστρέχουν 
σε βοήθεια,
είναι μετρημένοι στα 
δάχτυλα των δύο χεριών.

Εσύ επέμενες,
ότι και τα δάχτυλα 
του ενός χεριού είναι 
αρκετά.

Σήμερα, 
οφείλω να παραδεχθώ,
ότι κάναμε και οι δύο 
Λάθος.

Δεν χρειάζονται πλέον 
χέρια για μέτρημα.

Είναι περιττά.













Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη
φιλίες και αγάπες που πήραν οι δρόμοι
κλεμμένοι, κρυμμένοι, κρυφά δανεισμένοι
τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί , φοβισμένοι
δικοί μου και ξένοι, λαμπροί και θλιμμένοι
σε σχέσεις, σε σπίτια καλά κλειδωμένοι.

...........................................................
Φοβάμαι...πως χάνω το μέτρημα .




Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Άγγελος Ζαγοριανός, «Εικόνες» (Θάσου)


Δυο δάκρυα δροσιάς σε βέργα λυγαριάς, 
ακουμπούν τον αγέρα χρωματίζοντας το φως. 

Άσπρα ξωκλήσια μαζεύουν ήλιο,
σκορπίζοντας χαμόγελα στις ξανθές ελιές.

Η ζωή συναντάει το τραγούδι 
στο πέταγμα του κιτρινομύτη.

Στην άκρη του ανύποπτου 
ενεδρεύουν μικρά θαύματα.

Χαμόγελα ταξιδεύουν 
βαθύτερα από τα βλέμματα.

Πεύκα αιχμαλωτίζουν το φλοίσβο 
στο μικρό ακρογιάλι.

Γλαρόνια ανταμώνουν την αρμύρα
κυνηγώντας αφρόψαρα.

Θαλασσινές ρότες ζωγραφίζουν
στα νερά οι ψαράδες.

Παλιά σκαριά σαπίζουν 
σβήνοντας το χθες.

Μια ελπίδα παραφυλάει 
στο κόκκινο της δύσης.

Το φεγγάρι γίνεται ασήμι 
και γλιστρά στην άκρη του πελάγου.

Ρυάκια μουρμουρίζουν
δίστιχα χαρμολύπης.

Αστροβολίδες χάνονται 
στη μέση της ευχής.

Η προσμονή πλανιέται στον ορίζοντα, 
ελπίδα την ώρα της ανατολής.

Κύματα σβήνουν τα όνειρα 
που χαράκτηκαν στην άμμο.


Ξημέρωσε...





Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Χόρχε Λουίς Μπόρχες «Σκάκι», μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985


                       Σοβαροί στη γωνιά τους, οι παίχτες
                       καθοδηγούν τα αδιάφορα πιόνια. Η σκακιέρα
                       τα κρατάει ως το πρωί στα απροσπέλαστά της όρια,
                       μέσα εκεί που αντιμάχονται δυο χρώματα.

                       Στο κέντρο, τα πιόνια αναδίνουν μια προσήλωση
                       μαγευτική:  πύργος ομηρικός, ευκίνητο άλογο
                       πάνοπλη βασίλισσα, ακρινός βασιλιάς,
                       πλάγιος πάντα αξιωματικός, επιθετικοί στρατιώτες.

                       Όταν θ’ αποσυρθούν οι παίχτες,
                       όταν πια θα τους έχει εξαντλήσει ο χρόνος,
                       η τελετή δε θα ‘χει διακοπεί.

                       Απ’ την Ανατολή πρωτάναψε τούτος ο πόλεμος
                       που σήμερα απλώνεται σ’ ολόκληρη τη γη.
                       Κι όπως το άλλο, έτσι και το παιχνίδι αυτό, τέλος δεν έχει.

                       Ασθενικός βασιλιάς, λοξός αξιωματικός, φρενιασμένη
                       βασίλισσα, πύργος ευθύς, πολυμήχανος στρατιώτης
                       απάνω στην ασπρόμαυρη πορεία
                       ψάχνει ο ένας τον άλλο και συγκρούονται σ’ επίμονη μάχη.

                       Δεν ξέρουν πως το σίγουρο χέρι
                       του παίχτη τούς ρυθμίζει τη μοίρα,
                       δεν ξέρουν πως μια τρομακτική νομοτέλεια
                       ελέγχει τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους.

                       Αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος
                       (η έκφραση είναι του Ομάρ) μιας άλλης σκακιέρας
                       με μαύρες νύχτες  και άσπρες μέρες.

                       Ο Θεός κινάει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια. 
                       Μα άραγε ποιος θεός, πίσω από το Θεό, κινάει το νήμα
                       της σκόνης και του χρόνου, του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;